Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

ΟΛΙΣΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ



    Ενα σύστημα έχει οριστεί από τους Hall και Fagen ότι είναι ένα σύνολο αντικειμένων μαζί με τις σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων και μεταξύ των ιδιοτήτων τους. Σύμφωνα με την θεωρία των γενικών συστημάτων που διατυπώθηκε από τον Ludwig von Bertalanffy στα 1940, ένα σύστημα είναι ένα όλο και τα αντικείμενά του (ή συστατικά του) και οι ιδιότητές τους (ή χαρακτηριστικά) μπορούν να κατανοηθούν μόνο σαν λειτουργίες του όλου συστήματος. Ο όρος “ολιστικός έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τη θεώρηση που εξετάζει το "όλον" και όχι το "μέρος". Πολλά θεραπευτικά συστήματα θεωρούνται ολιστικά γιατί δεν εστιάζονται στην πάθηση του ενός οργάνου αλλά εξετάζουν τον άνθρωπο ως σύνολο οργάνων και λειτουργιών. Θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τις αρχές στις οποίες βασίζεται η ολιστική θεραπευτική με βάση την θεωρία τών συστημάτων.
   Η φύση δεν είναι τυχαία συσσώρευση αντικειμένων και φαινομένων αποσπασμένα το ένα από το άλλο μεταξύ τους. Ειναι ενιαίο συνολο και κάθε μέρος αλληλεπιδρά με τα άλλα. Οι Hall και Fagen χρησιμοποίησαν τους όρους ανοικτό και κλειστό σύστημα. Ανοικτό σύστημα είναι το σύστημα το οποίο ανταλλάσει υλικά, ενέργειες ή πληροφορίες με το περιβάλλον του. Αντιθέτως, στο κλειστό σύστημα δεν υπάρχει ανταλλαγή με το περιβάλλον. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ορισμό όλα τα οργανικά συστήματα είτε βιολογικά είτε κοινωνικά είναι ανοικτά. Δεν υπάρχουν όργανα ή λειτουργίες ξεχωρισμένες και απομονωμένες,αλλά το σύνολο είναι ενωμένο για να συνθέσει μία βιολογική πραγματικότητα. Η ενότητα αυτή πραγματοποιείται σε πολλά επίπεδα:
α. Υπάρχει η ενότητα του συνόλου τών οργάνων, τών ιστών και τών κυττάρων.
    Ενας ιστός αποτελεί ένα σύστημα κυττάρων.
Ενα όργανο ένα σύστημα ιστών. Ο οργανισμός είναι ένα σύστημα οργάνων. Τιποτε δεν είναι απομονωμένο.
Ολα βρίσκονται σε μια συνεχή και αδιάκοπη αλληλεπίδραση. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις λειτουργίες και τα όργανα μεταξύ τους. Κατι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μόνο για διδακτικούς λόγους ποτέ όμως για θεραπευτικούς. Η έννοια τής ειδικότητας κάτω από την συστημική οπτική αποκτάει διαφορετική σημασία. Δεν έχει θεραπευτική εφαρμογή αλλά μόνο διδακτική.
   Ο Παβλώφ εξήγησε το μηχανισμό τής δημιουργίας τού εξηρτημένου αντανακλαστικού με τη χρονική σύμπτωση τού ερεθισμού δύο διαφορετικών σημείων τού κεντρικού νευρικού συστήματος, που γεννούν μια νέα σύνδεση, μια πρόσκαιρη νευρική σύνδεση ανάμεσα στα δυό σημεία. Η προσωρινή αυτή σχέση ενισχύεται όταν αυτό επαναλαμβάνεται και εξαφανίζεται όταν δεν ανανεωθεί.
β. Υπάρχει η ενότητα ψυχής και σώματος.
   Μια αλλαγή σε μία βιολογική παράμετρο μπορεί να δημιουργήσει ψυχική συμπτωματολογία και ένα ψυχικό σύνδρομο επηρεάζει τις βιοχημικές λειτουργίες τού οργανισμού. Πτώση τού επιπέδου τής γλυκόζης στο αίμα, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλέσει ευερεθιστότητα και ανησυχία. Ένα άτομο που παρουσιάζει συχνά τάσεις άμυνας ή φυγής, παρουσιάζει αυξημένο τόνο συμπαθητικού και αύξηση τής εκκρίσεως τού γλουκαγόνου και κατά συνέπεια υπογλυκαιμία. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το σωματικό από το ψυχικό. Σε κάθε νόσο υπάρχουν ταυτόχρονα και τα δύο αλλά απλά κάθε φορά το κέντρο εστίασης τής διαταραχής είναι διαφορετικό. Η εστίαση τής διαταραχής σχετίζεται με αυτό που καλούμε στην ιατρική "διάγνωση". Η εστίαση τής διαταραχής μάς περιγράφει μέρος τού συνολικού φαινομένου και όχι το σύνολο τού φαινομένου.
γ. Υπάρχει η ενότητα ατόμου - οικογένειας.
    Ο Minuchin θεωρεί την οικογένεια ως ένα σύστημα το οποίο έχει οργανωθεί γύρω από την υποστήριξη, ρύθμιση, ανατροφή και κοινωνικοποίηση των μελών του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οικογένεια μπορεί επίσης γενικά να θεωρηθεί ως ένα μικρό κοινωνικό σύστημα καμωμένο από άτομα που σχετίζονται μεταξύ τους, μοιραζόμενα δυνατά αμοιβαία συναισθήματα και υποχρεώσεις, που αποτελούν το σπιτικό (ή μια ομάδα από σπιτικά) το οποίο διαρκεί για χρόνια. Σύμφωνα με την θεωρία τών γενικών συστημάτων η οικογένεια μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δυναμικό σύστημα που αποτελείται από μια πολυπλοκότητα στοιχείων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα σε ένα δίκτυο με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε συστατικό να σχετίζεται με κάποιο άλλο με λίγο πολύ σταθερό τρόπο μέσα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο. Το σύνολο τών σχέσεων μεταξύ τών οικογενειακών μελών δημιουργούν ένα όλο, την οικογένεια, που είναι σπουδαιότερη από το απλό άθροισμα τών κομματιών της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οικογένεια θεωρείται ένα διαντιδραστικό σύστημα, το οποίο παρουσιάζει συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Ο Minuchin θεώρησε την οικογένεια ως ένα σύστημα αλληλεπιδρώντων κομματιών. Το οικογενειακό αυτό σύστημα διαφοροποιείται και εκτελεί λειτουργίες μέσα από τα διάφορα υποσυστήματά του. Τα άτομα είναι τα υποσυστήματα μέσα σε μια οικογένεια. Τα υποσυστήματα μπορεί να σχηματιστούν από γενιές (γονείς-παιδιά), από το φύλο (μητέρα - κόρη, πατέρας - γιος), από τα ενδιαφέροντα ή τις ικανότητες (κολυμβητές - μη κολυμβητές), ή από τη λειτουργία (μητέρα - πατέρας - πρωτότοκος κ.λ.π). Είναι σημαντικό να ξέρουμε τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιάς οικογένειας. Είναι πολύ σημαντικό να αναγνωριστούν οι συνδέσεις μεταξύ τών μελών και να κατανοηθούν οι επιπτώσεις μεταξύ τών συνδέσεων. Μια αλλαγή σε ένα μέλος επηρεάζει άλλα άτομα και την ομάδα ως ολότητα.
    Το σύμπαν βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Κάθε δευτερόλεπτο που περνά, το συμπαντικό γίγνεσθαι είναι διαφορετικό σε σχέση με αυτό που ήταν πριν από ένα δευτερόλεπτο. Είναι χαρακτηριστικά τα ρητά τού Ηράκλειτου: " Τα πάντα ρέουν, τα πάντα χορεύουν και τίποτε δεν μένει σταθερό" και " Δεν είναι δυνατόν να μπείς στον ίδιο ποταμό δύο φορές". Το σώμα μας επίσης βρίσκεται σε μια συνεχή κίνηση. Απειρες λειτουργίες και διακυμάνσεις τού οργανισμού γίνονται σε ημερήσια, μηνιαία, εποχιακή και ετήσια βάση όπως οι πυρηνοδιαιρέσεις, η αναπαραγωγή και ο θάνατος τών κυττάρων. Γενικά κάθε σύστημα υπάρχει σε μια συνεχή κατάσταση ροής ή αλλαγής. Αυτή η συνεχής αλλαγή κρατιέται μέσα σε όρια ώστε το σύστημα να διατηρείται σε μια ελεγχόμενη ισορροπία.
    Ομοιόσταση ή μορφόσταση ορίζεται ως “σχετικά ίδια κατάσταση” και είναι αυτή η ιδιότητα που επιτρέπει στο σύστημα να παραμένει σχετικά σταθερό και σε σχετικά σταθερή κατάσταση διαμέσου τού χρόνου. Η ομοιόσταση γίνεται δυνατή με τη χρήση τής πληροφορίας που έρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον και που ενσωματώνεται στο σύστημα με τη μορφή τής ανάδρασης (feedback). Η ανάδραση εκφράζει τον ρυθμιστή τού συστήματος ο οποίος αλλάζει τις εσωτερικές συνθήκες του αλλά διατηρείται σταθερή η μορφή του. Δηλαδή η ομοιόσταση είναι μια μορφή αλλαγής κατά την οποία διατηρείται σταθερή η μορφή.
    Μορφογένεση ορίζεται ο τύπος τής αλλαγής κατά την οποία υπάρχει δημιουργία νέας μορφής. Σε αντίθεση με την ομοιόσταση που έχει σχέση με εσωτερική αλλαγή αλλά διατήρηση τής μορφής, οι μορφογενετικοί μηχανισμοί αφορούν την ανάπτυξη και την αλλαγή. Ένα ειδικό αποτέλεσμα τής μορφογένεσης είναι η αύξηση τής διαφοροποίησης στα συστατικά μέρη τού συστήματος, όπου το καθένα είναι δυνατόν να αναπτύσσεται στην συνθετότητά του, ενώ παραμένει σε λειτουργική σχέση με το όλο. Ετσι ενώ η αυτοπροστασία χαρακτηρίζει την ομοιόσταση, η αυτοκατεύθυνση χαρακτηρίζει τη μορφογένεση. Κάθε σύστημα χρησιμοποιεί και τους δύο παραπάνω τύπους κατά την διαδικασία τής συνεχούς αλλαγής.
    Στην καθημερινή πρακτική ο θεραπευτής πρέπει να έχει κατά νού, ότι ποτέ ο πελάτης (ή η οικογένεια) που βλέπει, δεν είναι ο ίδιος (ή η ίδια) με τον πελάτη (ή την οικογένεια) που είδε πριν από κάποιες μέρες. Κάθε νέα επαφή είναι μια νέα συγκατασκευή που σαφώς έχει σχέση με ότι έχει προηγηθεί στο παρελθόν αλλά διαγράφει μια νέα πορεία για το μέλλον.
    Κάθε εκδήλωση τού σύμπαντος είναι το φαινόμενο που ορίζεται από την ισορροπία δύο αντίθετων δυνάμεων. Η φαινομενική αντιθετότητα τών δύο δυνάμεων αποτελεί μία υπέροχη συνεργασία.
Για παράδειγμα, ο φλοιός τών ημισφαιρίων. Κάθε στιγμή εξωτερικοί και εσωτερικοί ερεθισμοί προκαλούν αντίθετες διαδικασίες σε συνεχή αλλαγή. Τα ίδια σημεία τού φλοιού είναι ανάλογα με τις συνθήκες πότε η έδρα μιάς διαδικασίας διέγερσης και πότε μιάς αναστολής. Διέγερση και αναστολή, βασικά στοιχεία τής ανώτερης νευρικής λειτουργίας, βρίσκονται έτσι σε αδιάκοπη σχέση ανάμεσά τους, σε μια φαινομενική αντιπαλότητα. Είναι όμως μία θαυμάσια συνεργασία από την οποία δημιουργείται η ανώτερη νευρική λειτουργία.
    Αλλο παράδειγμα είναι η αντιθετική συνεργασία τού συμπαθητικού και τού παρασυμπαθητικού. Το συμπαθητικό είναι επιφορτισμένο με τις αντιδράσεις τού οργανισμού μας, σε έκτακτες καταστάσεις ανάγκης, όταν καλούμαστε να καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια στον ελάχιστο χρόνο και συνολικά με όλες μας τις δυνάμεις. Το παρασυμπαθητικό αποσκοπεί στο να δημιουργήσει ενέργεια και να επανορθώσει όση έχει απολεστεί. Ετσι ενώ φαινομενικά φαίνονται αντίθετα, συνεργάζονται αρμονικά σε ένα άλλο επίπεδο.
    Αλλά και οι ορμόνες τού οργανισμού και κάθε χημική ένωση ή ιχνοστοιχείο μπορεί να θεωρηθεί, ανάλογα με τη λειτουργία του, ότι έχει συμπαθητικοτονική ή παρασυμπαθητικοτονική δράση. Ετσι μελετάται η φυσιολογία συστημικά, με βάση την αρχή τής αλληλεπίδρασης και την αρχή τής πάλης τών αντιθέτων.
    Αλλά ας δώσουμε ένα παράδειγμα συστημικής θεώρησης τής φυσιολογίας: Η ινσουλίνη εμποδίζει κάθε σπατάλη-καύση γλυκογόνου, λιπώδους ιστού, πρωτεινών και συντελεί στην αύξησή τους. Είναι ο οικονόμος, ο τραπεζίτης που μαζεύει όλα τα χρήματα και τα αποταμιεύει. Η δράση τής ινσουλίνης μοιάζει με την κυβέρνηση που έχει σε συνεχή λιτότητα το λαό (υπογλυκαιμία), αλλά που προσπαθεί να φτειάξει πλούσιο θησαυροφυλάκιο (αύξηση τής σύνθεσης πρωτεινών, λιπών, γλυκογόνου). Η δράση της σαφώς εναρμονίζεται με την δράση τού παρασυμπαθητικού. Μετά τον πόλεμο (αντίδραση φυγής-άμυνας) χρειάζεται να γίνει ανασυγκρότηση τών δυνάμεων. Γίνεται επιβολή λιτότητας (αποθήκευση γλυκόζης, λιπαρών οξέων, αμινοξέων στα κύτταρα και σύνθεση γλυκογόνου, λιπών,πρωτεινών), ώστε να γεμίσει το κρατικό θησαυροφυλάκιο (επαναπλήρωση τών κυτταρικών αποθήκων σε γλυκογόνο, λίπη, πρωτείνες) και να είναι ο οργανισμός έτοιμος για την επόμενη μάχη (συμπαθητικοτονία).
    Το γλουκαγόνο εμφανίζει άμεση ανταγωνιστική δράση ενάντια τής ινσουλίνης, δεδομένου ότι αυτό προωθεί τη λιπόλυση στους ιστούς, την παραγωγή κετονοσωμάτων, τη γλυκογονόλυση στο ήπαρ και στην παραγωγή γλυκόζης από αμινοξέα. Με άλλα λόγια, το γλουκαγόνο παρέχει γλυκόζη για να χρησιμοποιηθεί στην αντίδραση φυγής- αμύνης, κατά την οποία χρειάζονται να βρίσκονται σε αφθονία καύσιμα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εύκολα (γλυκόζη).
Ετσι μπορούμε να διακρίνουμε όλες τις χημικές ενώσεις τού οργανισμού σε συμπαθητικοτονικές και παρασυμπαθητικοτονικές. Μερικά παραδείγματα δίνονται παρακάτω:
    Πολλές ενώσεις έχουν άλλοτε συμπαθητικοτονική και άλλοτε παρασυμπαθητικοτονική δράση.
ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΤΟΝΙΚΕΣ
ΠΑΡΑΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟΤΟΝΙΚΕΣ
Ασβέστιο
Κάλιο
Νάτριο
Μαγνήσιο
Ιόντα υδρογόνου
GABA
Αδρεναλίνη
Λεκιθίνη
Νοραδρεναλίνη
Ενδορφίνες
Ακετυλοχολίνη
Ισταμίνη
Γλουκαγόνο
Ινσουλίνη
Χολίνη
CAMP

Ακετυλοχολίνη

    Οταν εξασκηθεί μια δύναμη σε κάποιο σύστημα, τότε θα αναπτυχθεί μια αντίθετη δύναμη η οποία είναι η συνισταμένη τών δυνάμεων τών επιμέρους στοιχείων τού συστήματος. Οταν χορηγείται μια ουσία, προκαλεί μια συγκεκριμένη δράση στον οργανισμό. Η δράση αυτή προκαλεί μια εκτροπή από την προηγούμενη κατάσταση ισορροπίας. Το αυτορυθμιστικό σύστημα τού οργανισμού ενημερώνεται για αυτήν τη μεταβολή. Μετά το τέλος τής δράσης τής ουσίας κινητοποιείται μια αντίθετη δράση από το αυτορυθμιστικό σύστημα τού οργανισμού. Μπορούμε να καλέσουμε την δράση τής ουσίας πρωτοπαθή δράση και την αντίδραση τού αυτορυθμιστικού συστήματος δευτεροπαθή δράση ή αντίδραση. Η δευτεροπαθής δράση είναι ανάλογη με την ένταση τής πρωτοπαθούς δράσης και εκφράζεται διαμέσου ανταγωνιστικών υποσυστημάτων σε σχέση με αυτά που εκφράστηκε η πρωτοπαθής δράση. Έτσι όταν πίνουμε καφέ προκαλείται στον οργανισμό μια πρωτοπαθής δράση η οποία χαρακτηρίζεται από συμπαθητικοτονική επικράτηση. Η δευτεροπαθής αντίδραση χαρακτηρίζεται από παρασυμπαθητικοτονική επικράτηση. Αντιθέτως όταν πίνουμε κρασί η πρωτοπαθής δράση χαρακτηρίζεται από παρασυμπαθητικοτονική επικράτηση και η δευτεροπαθής αντίδραση χαρακτηρίζεται από συμπαθητικοτονική επικράτηση. Τα οπιοειδή έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ύπνου που ακολουθείται από νύχτες αϋπνίας. Ενα χέρι βυθισμένο σε ζεστό νερό είναι θερμότερο στην αρχή αλλά κατόπιν είναι πιο κρύο από ότι το άλλο χέρι.Το χέρι που έμεινε αρκετά σε κρύο νερό, στην αρχή είναι πιο κρύο, αλλά μετά γίνεται ζεστό, κόκκινο και φλεγμαίνει.
    Βέβαια, όλα αυτά δεν εμφανίζονται σε όλες τις περιπτώσεις. Η απάντηση στο ερέθισμα, η αντίδραση δηλαδή, εξαρτάται και από την “ποιότητα” του οργανισμού, στον οποίο εφαρμόζεται η πρωτοπαθής δράση.
    Οπως έχει αναφερθεί παραπάνω υπάρχουν τέσσερεις βασικές ιδιοσυστασιακές καταστάσεις. Έτσι, η παραπάνω αντίδραση εμφανίζεται όταν το άτομο ανήκει στην κατάσταση Α, που θεωρείται η προσαρμοστικά καλύτερη. Αν το άτομο ανήκει στην κατάσταση Β, η αντίδραση είναι προς την σωστή διεύθυνση αλλά η ένταση της είναι ελαττωμένη. Αν το άτομο ανήκει στην κατάσταση Γ η αντίδραση είναι ασαφής, προς μη αναμενόμενη κατεύθυνση και ασθενής. Αν το άτομο ανήκει στην κατάσταση Δ, τότε η αντίδραση είναι ισχυρή αλλά προς μη αναμενόμενη κατεύθυνση.
    Η αντίσταση κατά την ψυχοθεραπεία είναι μια άλλη περίπτωση που παρατηρούμε να εφαρμόζεται η αρχή τής δράσης και τής αντίδρασης. Μια ερμηνεία ή στάση εκ μέρους τού θεραπευτού κατά την διαδικασία ή την πορεία τής ανάλυσης αποτελεί την δράση. Η πρόσβαση στο ασυνείδητο που επιχειρείται κατά την ανάλυση είναι μια μορφή δράσης επίσης γιατί έχει σαν αποτέλεσμα μια μεταβολή στην μέχρι τότε ισορροπία τών μηχανισμών αμύνης τού ατόμου. Η αντίσταση, είναι όλες εκείνες οι δυνάμεις μέσα στον ασθενή που αντιτίθενται στην δράση και αποτελούν την αντίδραση. Εκφράζεται με συναισθήματα, στάσεις, ιδέες, παρορμήσεις, σκέψεις, φαντασιώσεις ή πράξεις.
    Κατά την παρέμβαση του οικογενειακού θεραπευτή επίσης παρατηρείται μια δράση προς το σύστημα. Η απάντηση του συστήματος εξαρτάται και από το είδος της παρέμβασης. Ένας παρεμβατικός θεραπευτής κινητοποιεί πιο εύκολα την αντίσταση του συστήματος, που αυτή εκφράζεται είτε ως διακοπή της θεραπείας είτε ως παρεμπόδιση στην διαδικασία της συνεδρίας. Μια από τις λειτουργίες της θετικής αναπλαισίωσης που επιχειρεί ο θεραπευτής κατά την παρέμβασή του είναι η ελάττωση των αντιστάσεων του συστήματος.
    Οταν σε δύο αλληλεπιδρούσες δυνάμεις αυξηθεί η μία πάρα πολύ, τότε αυτό οδηγεί στην τελική αύξηση τής αντίθετής της. Εφαρμογή τού παραπάνω είναι ο νόμος τών ομοίων που διατυπώθηκε από τον Ιπποκράτη ως εξής: "Δια τα όμοια νούσος γίγνεται και δια τα όμοια προσφερόμενα εκ νοσεόντων υγιαίνονται, οίον στραγγουρίην το αυτό παύει ουκ εούσαν...και βηξ κατά το αυτό ώσπερ και στραγγουρίη υπό τών αυτών γίγνεται και παύεται... δια το εμέειν έμετος παύεται". (Ιπποκράτους: Περί τόπων των κατ' Ανθρωπον). Αν κάποιος ασθενής για παράδειγμα παρουσιάζει πυρετό, τότε η υπέρμετρη αύξηση τού πυρετού, συνήθως δεν θα οδηγήσει σε θάνατο, αλλά σε ίαση τού πυρετού. Στην ομοιοπαθητική, που βασίζεται στην παραπάνω αρχή, ο θεραπευτής θα δώσει φαρμακευτική ουσία στον ασθενή, η οποία όταν δόθηκε σε υγιή προκάλεσε τα ίδια συμπτώματα με τη νόσο τού ασθενούς. Για να έχει επιτυχία η παραπάνω εφαρμογή, πρέπει να μην εστιαστεί η προσοχή τού θεραπευτή σε ένα σύμπτωμα αλλά στο σύνολο τών συμπτωμάτων. Αυτό το σύνολο τών συμπτωμάτων θεωρείται ότι είναι όχι η νόσος αλλά η προσπάθεια τού οργανισμού να ιαθεί. Το φαινόμενο τής νόσησης τού οργανισμού δεν μελετάται με αιτιοκρατική αντίληψη αλλά στο σύνολό του. Δεν διερευνάται η αιτία αλλά τα συμπτώματα θεωρείται ότι τείνουν να οδηγήσουν σε μια ισορροπία. Τον θεραπευτή δεν τον ενδιαφέρει η ανεύρεση τής πηγής τού ποταμού αλλά απλά ακολουθάει το ρεύμα του. Ο οργανισμός θεωρείται ως ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα, που έχει την τάση να πετυχαίνει από μόνος του την ισορροπία του.
    Με την όμοια νόσο επιτυχαίνεται η θεραπεία στην ψυχαναλυτική θεραπεία. Η μεταβιβαστική νόσος είναι ανάλογη τών παιδικών βιωμάτων τού ασθενούς. Με άλλα λόγια η μεταβιβαστική νόσος είναι όμοια με τη νόσο που φέρνει τον ασθενή προς θεραπεία.
    Αλλά και στην ψυχοθεραπεία της συμπεριφοράς εφαρμόζεται η παραπάνω αρχή επίσης. Έχει παρατηρηθεί ότι το άγχος που προέρχεται από ένα αγχογόνο ερέθισμα , μειώνεται βαθμιαία και εξαφανίζεται όταν το άτομο εκτεθεί για ικανό χρόνο κάτω από τις συνθήκες που προκαλούν το άγχος. Η έκθεση μπορεί να είναι ταχεία ή βραδεία, πραγματική ή φανταστική. Στην αρχή παρατηρείται επιδείνωση του άγχους αλλά μετά από λίγη ώρα το άγχος μειώνεται και τελικά παύει.
    Η εφαρμογή του παραδόξου βασίζεται στην παραπάνω αρχή επίσης. Η παράδοξη παρέμβαση είναι τέτοια που, αν ακολουθηθεί, θα εκπληρώσει το αντίθετο από ότι φαινομενικά προτίθεται να εκπληρώσει. Η υπερβολή μιάς συμπεριφοράς στα άκρα έχει ως αποτέλεσμα την τελική επικράτηση της αντιθέτου (επιθυμητής). Με άλλα λόγια κατά την παράδοξη παρέμβαση συνταγοποιείται το σύμπτωμα. Η χρήση του παραδόξου βασίστηκε στην κατανόηση τριών ενοιών: την ένοια τής οικογένειας ως ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα, την ένοια ότι το σύμπτωμα είναι ένας μηχανισμός αυτορύθμισης και την ένοια ότι το σύστημα αντιστέκεται στην αλλαγή. Επειδή το σύμπτωμα χρησιμοποιείται για να ρυθμίσει ένα δυσλειτουργικό κομμάτι τού συστήματος, εάν εξαληφθεί το σύμπτωμα, το τμήμα τού συστήματος θα μείνει απορυθμισμένο. Το πιο κοινό παράδειγμα είναι, οι γονείς που αποφεύγουν την σύγκρουσή τους διαμέσου τής ενεργοποίησης ενός συμπτώματος στο παιδί. Με την ανακούφιση του συμπτώματος στο παιδί, ο θεραπευτής επιτρέπει να εκτεθούν τα ανεπίλυτα θέματα μεταξύ των γονιών, δημιουργώντας πάρα πολύ ανησυχία και έντονη αντίσταση στην αλλαγή.
    Σε ένα σύστημα δεν υπάρχουν δύο υποσυστήματα που να είναι απολύτως όμοια. Δεν υπάρχουν δύο απολύτως όμοιοι ασθενείς. Δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς. Κάθε άτομο αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο, έχει τη δικιά του, ξεχωριστή προσωπική ιστορία. Έτσι κάθε είδους ταξινόμηση είναι ως ένα σημείο περιορισμένη. Η διάγνωση και η στατιστική μελετούν ένα μέρος μόνο του φαινομένου και σε μία συγκεκριμένη στιγμή και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται από το θεραπευτή ως απόλυτες αλήθειες.
    Σε κάθε σύστημα υπάρχει ιεραρχία μεταξύ τών μελών του. Στο σώμα μας παρατηρούμε να υπάρχει μια ιεραρχία μεταξύ των οργάνων με βάση τη λειτουργία τους. Ετσι ο εγκέφαλος μπορεί να θεωρηθεί ως ο κυβερνήτης και το ιεραρχικά "ανώτερο" όργανο. Το δέρμα επίσης μπορεί να θεωρηθεί ως το πιο "κατώτερο" όργανο. Μια ίδίας έκτασης ουλή στον εγκέφαλο προκαλεί πολύ μεγαλύτερη δυσλειτουργία από ότι αν συμβεί στο δέρμα. Η ιεραρχία δεν είναι κάθετη, το υπερσύστημα δεν υποτάσσει τα υποσυστήματα. Υπάρχει μια συνεχής αμφίδρομη διαντίδραση μεταξύ υπερσυστήματος και υποσυστήματος. Το υποσύστημα με την συνεχή ροή πληροφοριών προς το υπερσύστημα τροποποιεί τις εντολές τού υπερσυστήματος.
    Υπάρχει επίσης και ιεραρχία μεταξύ τών νοσολογικών καταστάσεων. Οπωσδήποτε άλλη βαρύτητα έχει για το άτομο ένα έκζεμα, ένα άσθμα, ή μία κατάθλιψη. Ο Ιπποκράτης θεωρούσε ότι αν κάποιο άτομο με ψυχική πάθηση εμφάνιζε δερματική πάθηση τότε η εξέλιξη τής νόσου ήταν καλή. Το ίδιο πίστευε ότι ισχύει για τις αρθρίτιδες που εμφανιζόταν σε καρδιοπαθείς. Η κατανόηση τής ιεραρχίας των νοσολογικών οντοτήτων είναι πολύ σημαντική για την κατάστρωση τού θεραπευτικού σχεδιασμού τού ασθενούς. Ετσι ο θεραπευτής έχει καθήκον όχι να παραπέμπει για κάθε νέα νοσολογική εκδήλωση στον αντίστοιχο ειδικό, αλλά να προσπαθεί κάθε φορά να εκτιμάει την τελεολογική σημασία της. Η θεραπεία σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να εστιάζεται στα τοπικά συμπτώματα αλλά στη συνολική εικόνα που εμφανίζει ο ασθενής.
    Στην κατάστρωση τού θεραπευτικού σχεδιασμού σημαντική θέση κατέχει η κατανόηση τής ιεραρχίας σε σχέση με το χρόνο. Από την στιγμή τής γέννησης ενός ατόμου υπάρχει μια συνεχή διαντίδραση μεταξύ των αναγκών και του περιβάλλοντος. Σε κάθε φάση η συνεχής διαντίδραση δημιουργεί προσαρμοστικούς μηχανισμούς για την επίτευξη τής ισορροπίας. Αν οι προσαρμοστικοί μηχανισμοί υστερούν να πετύχουν την πλήρη ισορροπία κάθε φορά συσσωρεύεται και ένα υπόλοιπο ανισορροπίας. Έτσι μέσα στο χρόνο συσσωρεύονται όπως οι φλούδες ενός κρεμμυδιού. Η θεραπεία συμβαίνει με την αντίθετη φορά με την οποία δημιουργήθηκαν, από την πιο επιφανειακή στη βαθύτερη και μοιάζει με το ξεφλούδισμα ενός κρεμμυδιού.
    Ο Minuchin δίνει μεγάλη βαρύτητα στην ιεραρχία μέσα στο οικογενειακό σύστημα. Θεωρεί ότι η εμφάνιση προβλημάτων έχει άμεση σχέση με την διαταραγμένη δομή τής ιεραρχίας. Με την παρέμβασή του αναμορφώνει την ιεραρχία τού συστήματος καθιστώντας τον εαυτό του ως την ανώτερη βαθμίδα ιεραρχίας.
    Η διαδικασία τής ανάπτυξης δεν είναι μια απλή πορεία αύξησης, όπου οι ποσοτικές αλλαγές δεν καταλήγουν σε ποιοτικές αλλαγές, αλλά είναι μια συνεχής ανάπτυξη που περνά από ασήμαντες και λανθάνουσες ποσοτικές αλλαγές σε φανερές και ριζικές αλλαγές, δηλαδή σε ποιοτικές αλλαγές. Οι ποιοτικές αλλαγές δεν είναι βαθμιαίες αλλά γρήγορες, απότομες και γίνονται με άλματα από τη μια κατάσταση στην άλλη. Αυτές οι αλλαγές δεν είναι τυχαίες αλλά αναγκαίες. Είναι το αποτέλεσμα τής συσσώρευσης τών ανεπαίσθητων και βαθμιαίων ποσοτικών αλλαγών. Για να εφαρμοσθεί όμως αυτή η αρχή πρέπει οι ποσοτικές αλλαγές να ακολουθούν την αρχή της κυκλικής εξέλιξης των φαινομένων.
    Το πείραμα τής Chenger - Krestovnikova αποτελεί μια εφαρμογή αυτής τής αρχής. Αυτό το πείραμα αποτέλεσε την αρχή για την δημιουργία πειραματικής νεύρωσης. Γράφει ο Παβλώφ:
"... Είχαμε εγκαταστήσει σε ένα σκύλο ένα τροφικό εξαρτημένο αντανακλαστικό με τη βοήθεια ενός κύκλου που προβαλλόταν σε μια οθόνη και που χρησίμευε σαν ερέθισμα. Ασχοληθήκαμε με το να πετύχουμε μια διαφοροποίηση ανάμεσα στον κύκλο αυτόν και σε ένα ελλειπτικό σχήμα της ιδίας επιφανείας και φωτεινότητας, συνοδεύοντας με την χορήγηση τροφής την εμφάνιση του κύκλου, όχι όμως και της έλλειψης. Έτσι η διαφοροποίηση εγκαταστάθηκε. Ο κύκλος προκαλούσε την εξαρτημένη απάντηση (έκκριση σιέλου), ενώ η παρουσίαση τού ελλειπτικού σχήματος έμενε χωρίς αποτέλεσμα, πράγμα που οφειλόταν, όπως ξέρουμε, σε μια διαδικασία αναστολής. Το πρώτο ελλειπτικό σχήμα που χρησιμοποιήθηκε διέφερε σημαντικά από τον κύκλο, καθώς οι δύο ημιάξονές του είχαν μια σχέση 2 προς 1. Πλησιάζοντας στη συνέχεια την έλλειψη στον κύκλο, δηλαδή μικραίνοντας όλο και περισσότερο την διαφορά τών δύο αξόνων τής έλλειψης πετυχαίναμε μια όλο και πιο λεπτή διαφοροποίηση. Ολα όμως άλλαξαν απότομα όταν φτάσαμε σε μια έλλειψη, στην οποία η αναλογία τών δύο ημιαξόνων ήταν 9 προς 8 (που έμοιαζε δηλαδή πολύ με τον κύκλο). Η διάκριση τών δύο σχημάτων κάτω από τις νέες συνθήκες κρατήθηκε, μένοντας πάντα ατελής, περίπου 2 ή 3 εβδομάδες και μετά όχι μόνο εξαφανίστηκε η ίδια αλλά ακολούθησε η εξαφάνιση κάθε προηγούμενης ικανότητας διαφοροποίησης, ακόμη και της πιο εύκολης. Το πειραματόζωο, που μέχρι τότε ήταν ήσυχο, βρισκόταν σε συνεχή διέγερση και γαύγιζε διαρκώς...".

    Ετσι σε αυτό το πείραμα, μια ποσοτική αλλαγή είχε σαν αποτέλεσμα μια ποιοτική αλλαγή τής νευρικής ισορροπίας.
    Η αποτελεσματικότητα της ψυχαναλυτικής ερμηνείας βασίζεται σε αυτή την αρχή επίσης. Η ερμηνεία αποτελεί μια ασήμαντη ποσοτική αλλαγή, η οποία αν δοθεί στον κατάλληλο χρόνο θα προκαλέσει γρήγορη και απότομη ποιοτική αλλαγή.
    Με αυτήν την αρχή μπορούν να κατανοηθούν τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων του συστημικού θεραπευτή επίσης. Ασήμαντες και λανθάνουσες ποσοτικές αλλαγές π.χ όπως ένα task ή μια θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να προκαλέσουν γρήγορες απότομες ποιοτικές αλλαγές οι οποίες δεν είναι τυχαίες αλλά βασίζονται στις αυτοθεραπευτικές δυνάμεις του συστήματος.
    Το δυναμοποιημένο ομοιοπαθητικό φάρμακο αποτελεί εφαρμογή αυτής τής αρχής επίσης. Ενα μέρος τής αρχικής ουσίας διαλύεται σε 9 ή 99 μέρη νερού ή αλκοόλης και ανακινείται καλά. Αυτό αποτελεί την πρώτη δυναμοποίηση (δεκατιαία ή εκατοστιαία). Ένα μέρος από αυτό διαλύεται σε 9 ή 99 μέρη νερού ή αλκοόλης και ανακινείται. Αυτή είναι η δεύτερη δυναμοποίηση. Η ίδια διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές. Κάθε δυναμοποίηση χαρακτηρίζεται από μια ποσοτική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη, αλλά και από μια ποιοτική επίσης. Μετά από κάποια δυναμοποίηση δεν υπάρχει ποσότητα τής αρχικής ουσίας στο διάλυμα. Υπάρχουν όμως οι ποιοτικές διαφορές. Ετσι το ομοιοπαθητικό φάρμακο παρουσιάζει μια δράση που βασίζεται στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα. Η ελλειπής κατανόηση τής αρχής τής μετατροπής τής ποσότητας σε ποιότητα είχε ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί η Ομοιοπαθητική ως κομπογιαννιτισμός, το ομοιοπαθητικό φάρμακο ότι ήταν νερό και ότι τα θεραπευτικά της αποτελέσματα βασιζόταν στην αυθυποβολή. (Για αυθυποβολή μίλαγαν και οι πρώτοι επικριτές της ψυχανάλυσης επίσης!). Κάποιοι διατύπωσαν το θεωρητικό μοντέλο κατά το οποίο η δράση τού ομοιοπαθητικού φαρμάκου βασίζεται στην διάταξη τών δεσμών υδρογόνου τού διαλύτη στον χώρο. Αυτή η διάταξη είναι ανάλογη με την διάταξη τών μορίων τής αρχικής ουσίας στον χώρο. Ετσι το μόριο τής αρχικής ουσίας αποτελεί τη μήτρα και τα μόρια τού διαλύτη χρησιμοποιούνται για την δημιουργία αντιγράφων. Το μοντέλο αυτό, αν και ήταν το πιο πειστικό από όσα είχαν διατυπωθεί για το ομοιοπαθητικό φάρμακο, δεν μπόρεσε να πείσει τον ιατρικό κόσμο. Ευτυχώς αυτή η θεωρητική Οδύσσεια πρόσφατα έλαβε τέλος, με την κατασκευή συσκευής που ανιχνεύει τα διαφορετικά ομοιοπαθητικά φάρμακα και που η λειτουργία της βασίζεται σε αρχές της Φυσικής που αφορούν τον στατικό ηλεκτρισμό.
    Στην καθημερινή πρακτική, συχνά ο θεραπευτής χρησιμοποιεί τεχνικές από πολλά θεραπευτικά συστήματα. Αυτό βέβαια γίνεται όταν δεν είναι οπαδός μιας μοναδικής αλήθειας. Μια πολύπλευρη εφαρμογή όμως που για συγκεκριμένες παθήσεις συνιστά συγκεκριμένο θεραπευτικό σύστημα είναι περιορισμένη.
Με βάση τα παραπάνω καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα:
    Η συγκριτική μελέτη των αρχών των διαφόρων θεραπευτικών συστημάτων και η ανεύρεση της κοινής τομής τους έχει να προσφέρει πολύ περισσότερα από μια στείρα αντιπαράθεση ή μια κατατεμαχισμένη πολύπλευρη θεώρηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου